ἑναδικός

ἑνᾰδικός, ή, όν,
A pertaining to unity, Dam. ap. AB1369. Adv.

-κῶς Procl.in Prm.p.625S.


Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἑναδικός — pertaining to unity masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εναδικός — ή, ό (AM ἑναδικός, ή, όν) 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη μονάδα, μοναδικός («τὴν έναδικὴν οὐσίαν τῆς ἁπλῆς καὶ μοναδικῆς θεότητος», Γρηγ. Νύσσ.) 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἐναδικόν («τὸ ἑναδικὸν τῆς πατρικῆς θεότητος», Δίδυμ.). επίρρ... εναδικώς …   Dictionary of Greek

  • ἑναδικόν — ἑναδικός pertaining to unity masc acc sg ἑναδικός pertaining to unity neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑναδικῆς — ἑναδικός pertaining to unity fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑναδικήν — ἑναδικός pertaining to unity fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑναδικῶς — ἑναδικός pertaining to unity adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.